Health & Fitness

Σημάδια του καλοκαιριού: Πώς «σβήνουν» από το δέρμα;

Οι πανάδες που εμφανίζονται κυρίως σε πρόσωπο, χέρια και ντεκολτέ

Σοφία Νέτα
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αντιμετώπιση των κηλίδων που εμφανίζονται στο γυναικείο δέρμα με την έκθεση στον ήλιο

Διανύουμε το μήνα που για τους περισσότερους σημαίνει λήξη των καλοκαιρινών διακοπών, ενώ πλησιάζει και το άνοιγμα των σχολείων. Οι μέρες που χαρήκαμε τη δροσιά της θάλασσας αλλά παράλληλα εκτεθήκαμε στον ήλιο εκτός από ευχάριστες αναμνήσεις αφήνουν και δυσάρεστα σημάδια στο δέρμα μας, τις καφετιές κηλίδες που ονομάζουμε πανάδες.

Οι αντιαισθητικές αυτές κηλίδες, παρουσιάζονται κυρίως στο πρόσωπο, στα χέρια (agespots) και στο ντεκολτέ, όμως μπορεί να εμφανιστούν σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος.

Συνήθως εμφανίζονται στις γυναίκες, ηλικίας 20-40 ετών λόγω της κατά τόπους υπερμελάχρωσης του δέρματος, που οφείλεται σε αυξημένη παραγωγή μελανίνης, αποτέλεσμα μιας διαταραχής των μελανοκυττάρων. Δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί γιατί συμβαίνει αυτό, όμως, είναι γνωστό ότι διάφοροι παράγοντες, όπως η γονιδιακή προδιάθεση, η λήψη ορισμένων φαρμάκων, τα αντισυλληπτικά, η εγκυμοσύνη αλλά και η έκθεση στον ήλιο χωρίς προστασία, παίζουν ρόλο.

«Στη χώρα μας όπου υπάρχει έντονη ηλιοφάνεια το καλοκαίρι, το πρόβλημα των δυσχρωμιών εντείνεται. Μπορεί είτε να δημιουργηθούν πανάδες εκεί που δεν υπάρχουν, είτε να γίνουν πιο έντονες οι ήδη υπάρχουσες. Σημαντικό είναι οι σκούρες αυτές κηλίδες να ελέγχονται από ειδικό, έτσι ώστε να διερευνηθεί εάν όντως πρόκειται για πανάδες ή για κάποια σοβαρότερη δερματική βλάβη με παρόμοια χαρακτηριστικά», αναφέρει η δρ Αναστασία Σεφέρη–Δανιήλ, MD, PhD, Πλαστική Χειρουργός στο Νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ, μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πλαστικής Επανορθωτικής και Αισθητικής Χειρουργικής (HESPRAS). 

Ειδικότερα, ανάλογα με το βάθος της εντόπισης της μελανίνης, οι πανάδες μπορεί να ανήκουν στον επιδερμικό τύπο, όπου οι βλάβες είναι επιφανειακές, στο δερματικό που αφορά σε μεγαλύτερου βάθους βλάβες και το μικτό τύπο, με τις βλάβες να εμφανίζονται σε βαθύτερα στρώματα της επιδερμίδας. Πάντως η πλειονότητα των περιστατικών (70%) ανήκει στην πρώτη κατηγορία, η οποία προφανώς είναι και η πιο εύκολα αντιμετωπίσιμη.

Πώς αντιμετωπίζονται 

«Λόγω της ιδιαίτερης παθογένειάς και των συχνών υποτροπών η θεραπεία των πανάδων δεν θεωρούνταν εύκολη, όμως, σήμερα, με τη χρήση των σύγχρονων εργαλείων είναι πιο αποτελεσματική από ποτέ. Πλέον γίνεται με τη χρήση μηχανημάτων και ενέσιμης μεσοθεραπείας. Τα μηχανήματα περιλαμβάνουν λέιζερ και ραδιοσυχνότητες, τα οποία, εξαχνώνουν τη στοιβάδα του δέρματος όπου εντοπίζεται το πρόβλημα, αφαιρώντας παράλληλα το πλεόνασμα της μελανίνης. Μάλιστα τα τελευταίας γενιάς μηχανήματα αφαιρούν την πανάδα γρήγορα και χωρίς να αφήνουν σημάδια, επιτρέποντας έτσι την άμεση επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες. Όσον αφορά στην ενέσιμη μεσοθεραπεία, αυτή συνίσταται στην έγχυση υλικών (βιταμίνες, ιχνοστοιχεία κ.ά.), που περιορίζουν τη παραγωγή μελανίνης», εξηγεί η δρ Σεφέρη–Δανιήλ. Η θεραπεία, σύμφωνα με το πρωτόκολλο,  μπορεί να περιλαμβάνει λέιζερ ή/και ραδιοσυχνότητες ή και ενέσιμη μεσοθεραπεία, ενώ το ποσοστό της επιτυχίας είναι αντιστρόφως ανάλογο με τη βαρύτητα του προβλήματος.

«Στις περιπτώσεις όπου οι πανάδες περιορίζονται στην εξωτερική στοιβάδα του δέρματος και η έκταση είναι μικρή, η αντιμετώπισή τους είναι πιο εύκολη και σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Αν όμως το πρόβλημα έχει προχωρήσει, απαιτείται περισσότερος χρόνος», εξηγεί η ειδικός. Ο αριθμός των συνεδριών μπορεί να κυμαίνεται από μία έως τρεις, με μεσοδιάστημα δύο εβδομάδων, ανάλογα με την περίπτωση. Στη συνέχεια, συνταγογραφείται ενυδατική κρέμα και αντηλιακό που πρέπει να χρησιμοποιούνται για καλύτερο αποτέλεσμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι αν η κηλίδα είναι βαθιά, τις πρώτες ημέρες (2-4 24ωρα) απαγορεύεται η χρήση λοσιόν καθώς και ορισμένων καλλυντικών.

«Η θεραπεία δρα προληπτικά και για το μέλλον, ενώ η αντηλιακή προστασία παίζει καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση και την έκβαση της διαταραχής. Βέβαια υπάρχουν και οργανισμοί που δημιουργούν πανάδες παρόλο που χρησιμοποιούν αντηλιακό. Στην περίπτωση αυτή. μιλάμε για πανάδες γονιδιακού τύπου, οι οποίες παρουσιάζουν συχνές υποτροπές και απαιτείται ένα πιο εντατικό θεραπευτικό πλάνο», καταλήγει η κ. Σεφέρη-Δανιήλ.