Πολιτικη & Οικονομια

Παλιά παπούτσια στα ελαιόδεντρα

Προσοχή στο κενό μεταξύ χημικών και αιθαλομίχλης

Γιώργος Παναγιωτάκης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η μυρωδιά των χημικών έφτανε μέχρι το Μουσείο ή αν είχες ευαίσθητη μύτη –και μάτια- μέχρι την Αλεξάνδρας. Πιο κάτω η Πατησίων μύριζε όπως κάθε μέρα: ντίζελ, δίχρονο μηχανάκι και σαντουιτσάδικο. Φτάνοντας δε στο Τέρμα και συνεχίζοντας δεξιά, σε υποδεχόταν η λονδρέζικη ομίχλη των καυσόξυλων. Κάπως έτσι, την ώρα που στα Εξάρχεια έπεφτε ξύλο και στα Άνω Πατήσια έκαιγαν οι ξυλόσομπες, ανασύρθηκαν από τη μνήμη μου εκείνα τα ελαιόδεντρα στο χωριό.

Δεν ήταν πολλά –μόλις τρία- αλλά ήταν ψηλά και επιβλητικά. Αυτό πρέπει να ήταν και το στοιχείο που τα καταδίκασε. Τρεις χειμώνες πίσω, κάποιος εργατικός λαθροϋλοτόμος συνυπολογίζοντας την τιμή των καυσόξυλων ανά κιλό και το απομονωμένο της περιοχής, πήρε το αλυσοπρίονό του και τα έκοψε μισό μέτρο από το έδαφος. Έτσι, μπορείς εύκολα πια να υπολογίσεις την ηλικία τους. Περίπου διακόσιους δακτυλίους μέτρησα το καλοκαίρι σε έναν από τους κορμούς.

Πριν τα σεβάσμια δέντρα καταντήσουν σαν ρουστίκ σκαμπό αφημένα στο χώμα, τα εκμεταλλευόταν ένας μακρινός συγγενής από το χωριό. Ακόμα πιο παλιά όμως, για λίγες χρονιές, πηγαίναμε οικογενειακώς κάθε Νοέμβρη και μαζεύαμε τις ελιές μόνοι μας. Τότε όλο αυτό το βίωνα μάλλον αρνητικά. Άφηνες το ζεστό μικροαστικό τριάρι σου και πήγαινες στο δίπατο παγωμένο σπίτι στο χωριό όπου, σε καιρούς που σου φαίνονταν υπερβολικά μακρινοί, είχαν γεννηθεί η μητέρα σου και οι αδελφές της. Το βράδυ κοιμόσουν σκεπασμένος με τρεις κουβέρτες που μύριζαν υγρασία και αξημέρωτα σε σήκωναν και σε έσερναν, κατηφή και συναχωμένο, στο χωράφι με τις ελιές. Εκεί, ο πιο αθλητικός θείος ανέβαινε σε μια σκάλα και ράβδιζε τα κλαδιά, ενώ οι υπόλοιποι μάζευαν τους καρπούς από κάτω. Εσύ ανήκες στο βοηθητικό προσωπικό. Δεν είχες συγκεκριμένα καθήκοντα, αλλά έπρεπε να είσαι διαθέσιμος για να φέρνεις εργαλεία και να ακούς νουθεσίες.

Η δουλειά πήγαινε πάντα αργά. Ο ραβδιστής δεν ήταν επαγγελματίας ενώ οι αδελφές, έπειτα από δεκαετίες στην πρωτεύουσα, είχαν χάσει την χωριάτικη σβελτάδα τους στο μάζεμα. Πού και πού έπεφτε και κανένα ενδοοικογενειακό καβγαδάκι. Χώρια το κολατσιό που συνήθως εξελισσόταν σε φαγοπότι ή καμιά ξαφνική μπόρα που προκαλούσε άτακτη φυγή προς τα αυτοκίνητα.

Μια χρονιά συνέβη και το εξής: Μία από τις θείες έφυγε για λίγο και αργούσε να επιστρέψει. Έστειλαν λοιπόν εμάς, τα παιδιά, να την βρούμε. Ψάξαμε τεμπέλικα και καθυστερώντας επίτηδες και τελικά την ανακαλύψαμε πίσω από τους θάμνους να κοιτά δακρυσμένη κάτι μισολιωμένα παλιοπάπουτσα, που ήταν πεταμένα σ’ έναν λάκκο. Όπως μας εξήγησε, τα παπούτσια ανήκαν στην, πεθαμένη από την δεκαετία του ’50, μητέρα της. Βρίσκονταν όμως εκεί από πιο παλιά, πριν από τον πόλεμο, τότε που πήγαιναν όλοι μαζί για να μαζέψουν τις ελιές. «Σαν να τη βλέπω μπροστά μου», είπε η θεία (που και αυτή έχει πια πεθάνει). «Της είχαν παλιώσει πολύ και την χτυπούσαν. Έκανε λοιπόν έτσι, τα έβγαλε και τα πέταξε σε μια μεγάλη λακκούβα με νερό. Να τα, ακόμα εδώ είναι!»

Η τελετουργία του μαζέματος των ελιών δεν κράτησε πολλούς Νοέμβρηδες. Κάποια στιγμή οι ενήλικες συνειδητοποίησαν επιτέλους πως ο κόπος ήταν δυσανάλογος σε σχέση με την παραγωγή και τα τρία δέντρα παραχωρήθηκαν στον μακρινό συγγενή. Μέχρι που ανέλαβε δράση ο τύπος με το αλυσοπρίονο και έλυσε το πρόβλημα μια και καλή.

Επιστρέφοντας σπίτι εκείνο το βράδυ, μάζεψα αμέσως τα ρούχα από την απλώστρα. Αν έμεναν όλη τη νύχτα στην καπνίλα των καυσόξυλων θα ήθελαν πάλι πλύσιμο.


Κεντρική Φωτό: Από τη συλλογή της Dorothy Burr Thompson www3.ascsa.edu.gr/media/thompson/thompson