Ελλαδα

Λίμνη Κάρλα: Για όλα φταίνε οι Ολλανδοί

Έγιναν το «κόκκινο πανί» στη Θεσσαλία όταν πρότειναν λύσεις λογικής, μεταξύ των οποίων και μείωση της καλλιέργειας βαμβακιού, προκειμένου να αποτραπεί η καταστροφή

Παντελής Καψής
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ελληνική γεωργία, οι καταστροφές από την κακοκαιρία Daniel και η μελέτη της ολλανδικής εταιρείας που προσκλήθηκε για να λύσει το πρόβλημα στη λίμνη Κάρλα

Τα τελευταία νέα για την οικονομία ήταν μάλλον απογοητευτικά. Όχι ότι δεν ξέραμε τι να περιμένουμε, άλλο όμως να το επιβεβαιώνουν και οι αριθμοί. Φυσικά η κυβέρνηση προβάλει το ότι «πάμε καλύτερα». Είναι αλήθεια, μόνο που δεν είναι αρκετό. Όχι αν δεν θέλουμε να οδηγηθούμε ξανά σε αδιέξοδο.

Έχουμε και λέμε λοιπόν. Πράγματι το 2023 η Ελλάδα αναπτύχθηκε με ρυθμό μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό. Η ανάπτυξη αυτή όμως προήλθε από την κατανάλωση και τον τουρισμό. Την ίδια περίοδο υπήρξε μείωση των εξαγωγών αγαθών και μικρή αύξηση των επενδύσεων, πολύ χαμηλότερη των προβλέψεων. Κι αυτό παρά τα έργα του ταμείου ανάκαμψης τα οποία έχουν αρχίσει να υλοποιούνται. Οι τελευταίες, οι επενδύσεις, έχουν τεράστια σημασία για δύο βασικούς λόγους: Ο πρώτος είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να δαπανά για παραγωγικές επενδύσεις τα χαμηλότερα ποσά από κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λίγο περισσότερο από τα μισά, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όχι μόνο δεν συγκλίνουμε με την Ευρώπη δηλαδή αλλά εξακολουθούμε να αποκλίνουμε. Ο δεύτερος λόγος είναι το περίφημο επενδυτικό κενό. Η οικονομική κρίση είχε σαν αποτέλεσμα μια από-επένδυση στην οικονομία πολλών δεκάδων δισεκατομμυρίων. Αυτό το κενό παραμένει ένα μεγάλο αγκάθι. Ακόμα και σήμερα το κεφάλαιο το οποίο αποσβένεται οριακά μόνο καλύπτεται από νέες επενδύσεις.

Φυσικά, τα στοιχεία των επενδύσεων δεν απασχολούν τον δημόσιο διάλογο. Περνάνε στα ψιλά των οικονομικών φύλλων. Είναι όμως κρίσιμος δείκτης για την μελλοντική ανάπτυξη. Πολύ περισσότερο για μια χώρα με δημογραφικό πρόβλημα. Αν λιγότεροι εργαζόμενοι θα πρέπει να στηρίξουν πολύ περισσότερους ηλικιωμένους, τότε θα πρέπει να αυξηθεί η παραγωγικότητά τους. Για την ώρα η παραγωγικότητα της οικονομίας παραμένει ουσιαστικά στάσιμη και βασικός λόγος είναι οι χαμηλές επενδύσεις.

Γιατί δεν γίνονται επενδύσεις; Οι γνωρίζοντες επικαλούνται πολλούς λόγους. Ένας σίγουρα είναι το κράτος στην ευρεία έννοια του. Η έλλειψη σταθερού θεσμικού πλαισίου, η γραφειοκρατία, η διαφθορά και οι καθυστερήσεις ιδίως στη δικαιοσύνη. Ένας δεύτερος είναι η χαμηλή προσφορά κεφαλαίων λόγω της δυσλειτουργίας των τραπεζών. Έλλειψη η οποία εν μέρει αναπληρώνεται από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Κι ένας τρίτος λόγος είναι ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε ούτε τις μεγάλες επιχειρήσεις ενδεχομένως ούτε τους επιχειρηματίες που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τις αναγκαίες επενδύσεις. Για την ακρίβεια, με κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις, η επιχειρηματική μας τάξη είναι ένα αντίγραφο του δημόσιου τομέα: κρατικοδίαιτη, οικογενειοκρατούμενη και προσανατολισμένη στο βραχυπρόθεσμο κέρδος.

Φυσικά, υπάρχει ο τουρισμός. Θέλει ωστόσο εξαιρετική τυφλότητα να μη καταλαβαίνουμε ότι ήδη σε πάρα πολλές περιοχές της χώρας υπάρχει κορεσμός. Στα νησιά του Αιγαίου η κατάσταση το καλοκαίρι είναι αφόρητη. Από ένα σημείο και πέρα οι τουριστικές επενδύσεις, χωρίς προσεκτικό σχεδιασμό,  γίνονται αυτοκαταστροφικές, υποβαθμίζουν το ίδιο το προϊόν, πέρα από τις αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις. Ο τουρισμός μόνος του, δεν επαρκεί για να καλύψει τα κενά των άλλων τομέων της οικονομίας. Και βέβαια υπάρχει η αβεβαιότητα για το μέλλον, τόσο εξ αιτίας της κλιματικής αλλαγής όσο και της γεωπολιτικής αστάθειας. Η πανδημία ήταν εξαιρετικά διδακτική για το πώς σε μια περίοδο κρίσης ο τουρισμός δεν μπορεί να στηρίξει τη χώρα. Για την ακρίβεια είναι ο πρώτος που πλήττεται.

Με αυτά τα δεδομένα είναι φανερό πως το σχέδιο «επιστροφή στην κανονικότητα» αγκομαχά. Οι περίφημες μεταρρυθμίσεις προχωρούν με αργούς ρυθμούς και με μεγάλες αντιστάσεις από μια κοινωνία η οποία τοποθετείται αρνητικά ακόμα και στα πιο μικρά βήματα εξορθολογισμού. Διχάζεται με βίαιο συχνά τρόπο για τον γάμο των ομοφύλων ή για τα πανεπιστήμια, είναι έτοιμη να υιοθετήσει θεωρίες συνωμοσίας ακόμα και για τη δίκη ενός βιαστή, αδιαφορεί όμως πλήρως για το αύριο και στην πραγματικότητα αποστρέφεται κάθε αλλαγή.

Μια απάντηση σε αυτό το αδιέξοδο θα μπορούσε ενδεχομένως να ήταν μια γενναία αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στις υποδομές. Το παράδειγμα της παραμέλησης των σιδηροδρόμων για μια χώρα που θέλει να γίνει διεθνές διαμετακομιστικό κέντρο είναι χαρακτηριστικό. Οι ψηφιακές υποδομές θα μπορούσε να είναι  ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος, εξακολουθούμε να έχουμε το πιο αργό και ακριβό ίντερνετ. Και βέβαια η αύξηση της χωρητικότητας του δικτύου ηλεκτρισμού, οι επενδύσεις στις ΑΠΕ έχουν κολλήσει εξ αιτίας αυτού του προβλήματος. Η αμυντική βιομηχανία τέλος θα μπορούσε να είναι ένα άλλο ενδεχόμενο, φυσικά με πολλά ερωτηματικά. Στο παρελθόν, θα θυμούνται οι παλιότεροι,  ξοδεύτηκαν σημαντικά κεφάλαια για ένα απλό αντιαεροπορικό, το Άρτεμις, το οποίο δεν έφτασε ποτέ στην παραγωγή. Παρουσιάστηκε μόνο ένα πρωτότυπο για το όποιο δεν ενδιαφέρθηκαν ούτε καν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις! Το κράτος επιχειρηματίας είναι μια συνταγή αποτυχίας.

Παραδόξως εκτός της δημόσιας συζήτησης παραμένει ο μοναδικός τομέας στον οποίο η χώρα μας  έχει πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα και επιζητά εναγωνίως μεταρρυθμίσεις: ο αγροτικός. Πλεονεκτήματα ωστόσο τα οποία είναι θεωρητικά καθώς τα στοιχεία για τις επιδόσεις μας είναι απογοητευτικά. Για παράδειγμα την ώρα που η Ολλανδία παράγει σε αξία περίπου 1.700 ευρώ ανά στρέμμα και το Ισραήλ 1.290 ευρώ, στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσό είναι μόλις 190 ευρώ. Σε ένα στρέμμα η Ολλανδία παράγει 70 κιλά ντομάτας και η ηλιόλουστη Ελλάδα μόλις 7 κιλά.  Συνολικά η αγροτική μας παραγωγή είναι 44% χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ενώ το εργατικό κόστος είναι διπλάσιο. Ακόμα χειρότερα για κάθε ένα ευρώ που παράγουμε το 0,90 πάει στο εξωτερικό. Η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής γεωργίας αντανακλάται και στο γεγονός ότι σε αυτήν απασχολείται πάνω από το 10% του εργατικού δυναμικού, την ώρα που ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι μόλις 4,2%.

Οι πλημμύρες του Ντάνιελ έφεραν στο προσκήνιο και μια άλλη διάσταση της ελληνικής γεωργίας, την καταστροφή στο περιβάλλον. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανέδειξε η ολλανδική εταιρεία η οποία προσκλήθηκε  για να λύσει το πρόβλημα στη λίμνη Κάρλα, κάθε χρόνο στον θεσσαλικό κάμπο υπάρχει ένα έλλειμμα 500 εκατομμυρίων κυβικών νερού. Με μαθηματική βεβαιότητα, αν δεν υπάρξει δραματική ανατροπή, σε λίγα χρόνια η πιο εύφορη ίσως περιοχή της Ελλάδας θα γίνει έρημος κατάλληλη για Βεδουίνους. Και δεν μιλάμε για το μέλλον αλλά για αύριο το πρωί. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η κατάσταση θα γίνει μη αναστρέψιμη σε 15 χρόνια.  Και τι κάνουμε εμείς: Επιδοτούμε τους αγρότες να καλλιεργούν μπαμπάκι που απαιτεί τεράστιες ποσότητες νερού οι οποίες δεν υπάρχουν. Τους επιδοτούμε να σκάβουν τον λάκκο τους.

Η Ελλάδα δεν είναι κομμουνιστική χώρα να έχει έναν Στάλιν να στείλει τους αγρότες στα Κολχόζ, όσους περισσεύουν στη βιομηχανία και να εξοντώσει ή να στείλει στα γκούλαγκ όσους αντιδρούν. Με τα σημερινά δεδομένα ωστόσο θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα συμφέρον να επιδοτεί αγρότες να εγκαταλείψουν τα χωράφια τους και να τα δώσει στους Ολλανδούς να τα αξιοποιήσουν. Προφανώς αυτά δεν γίνονται ούτε φταίνε (μόνο) οι αγρότες για τη λογική όλα τα κιλά όλα τα λεφτά. Δεν γίνεται όμως και να ορθοποδήσει ο αγροτικός τομέας αν δεν υιοθετηθούν ριζοσπαστικά μέτρα σε όλο το φάσμα της παραγωγής. Να όμως που μαθαίνουμε ότι οι Ολλανδοί έγιναν το «κόκκινο πανί» στη Θεσσαλία. Το έγκλημά τους ότι πρότειναν λύσεις λογικής, μεταξύ των οποίων και μείωση της καλλιέργειας βαμβακιού, προκειμένου να αποτραπεί η καταστροφή. Το μόνο που λείπει είναι να βγει ένας Τραμπ να καταγγείλει τους Ολλανδούς για κινδυνολογία.

Το περιβάλλον και η οικονομία έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την έλλειψη χρόνου. Η δημογραφική κρίση, η περιβαλλοντική κρίση αλλά και η επόμενη ανάγκη ρυθμίσεων για το χρέος έχουν ορίζοντα ετών, όχι δεκαετιών. Και μάλιστα μέσα σε ένα ορίζοντα μεγάλης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Φαντάζεστε μια Ευρώπη με Λεπέν, Μελόνι και Ορμπάν να συζητούν για το ελληνικό χρέος; Θα είμαστε λοιπόν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις; Είναι έτοιμο το πολιτικό μας σύστημα, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, να πάρει τις δύσκολες αποφάσεις που χρειάζονται; Είμαστε ώριμοι ως κοινωνία; Όσο και αν θελήσουμε να δούμε το ποτήρι μισογεμάτο, η απάντηση είναι αρνητική.  Και δεν χρειάζεται να είναι κανείς προφήτης για να προβλέψει πως, αν βρεθούμε ξανά σε αδιέξοδο, η πρόκληση θα είναι πια για την ίδια τη δημοκρατία. Την επόμενη φορά μάλιστα η αμφισβήτηση είναι περισσότερο πιθανό να προέλθει από την ακροδεξιά παρά από την αριστερά.