Κοσμος

Οι ανεμόμυλοι της πολιτικής ορθότητας και οι Δον Κιχώτες της παραπλάνησης

Έννοιες, λέξεις και συνθήματα που έρχονται από μια χώρα μεγάλη σαν ήπειρο, με διαφορετική ιστορία και πολιτική παράδοση από τη δική μας

Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης
ΤΕΥΧΟΣ 851
16’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

H σημασία και η χρήση της έννοιας της Πολιτικής Ορθότητας στην Αμερική, η σχέση της με το MeToo το κίνημα Woke, η περίπτωση της Ελλάδας

Δύο πράγματα γνωρίζω σχετικά με την «πολιτική ορθότητα»:

1. Στην ουσία της, η «πολιτική ορθότητα» αφορά στη σχετική ισχύ κοινωνικών ομάδων και όχι στην ελευθερία έκφρασης και στον περιορισμό των ελευθεριών κανενός. Είναι ζήτημα ισότητας και καλών τρόπων, όχι επιβολής αριστερόστροφων περιοριστικών συμπεριφορών σε μια ανοιχτή, ανεκτική κοινωνία.

2. Δεν αφορά την ελληνική κοινωνία. Όσοι υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα έχει πρόβλημα πολιτικής ορθότητας στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβάνονται την αμερικανική πραγματικότητα και το πραγματικό ζήτημα «πολιτικής ορθότητας» (σε εισαγωγικά) που υφίσταται εκεί.

Δυστυχώς, όμως, τα τελευταία χρόνια η «πολιτική ορθότητα» έχει μπει και στο ελληνικό πολιτικό και σχολιογραφικό λεξιλόγιο και χρησιμοποιείται χωρίς περίσκεψη και προσοχή για να χαρακτηρίσει πολιτικούς αντιπάλους, που ανήκουν κυρίως στον χώρο της αριστεράς. Έχουμε αρκετά μακρά παράδοση στην Ελλάδα να μαϊμουδίζουμε και να προσπαθούμε να προσαρμόσουμε στα μέτρα μας έννοιες, λέξεις, πολιτικές και συνθήματα που μας έρχονται από μια χώρα μεγάλη σαν ήπειρο, με ιστορία και πολιτική παράδοση που δεν έχουν κανένα κοινό σημείο με τις δικές μας.

Η «πολιτική ορθότητα» δεν είναι το ίδιο με το κίνημα MeToo (που αφορά στον σεξουαλικό καταναγκασμό γυναικών σε επαγγελματικούς χώρους) ή με το κίνημα Woke (ήτοι «επαγρύπνηση», που αφορά στη θέση των μαύρων Αμερικανών στην κοινωνία των ΗΠΑ).

Η έννοια της «πολιτικής ορθότητας» εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’30 στη Γερμανία για να περιγράψει την τυφλή υποταγή των στελεχών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στο ναζιστικό δόγμα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μέλη της αμερικανικής αριστεράς χρησιμοποιούσαν τον όρο περιπαικτικά για στελέχη που τηρούσαν απαρέγκλιτα τις αποφάσεις και τη γραμμή των διαφόρων αριστερών οργανώσεων και κομμάτων που ξεπήδησαν στα απόνερα των 60s.

Στη δεκαετία του ’80 ο όρος πήρε τη σημερινή έννοια ως αποτέλεσμα της απαξιωτικής χρήσης του από τη δεξιά άκρη του πολιτικού φάσματος. Με λίγα λόγια, χαρακτηρίζει οποιονδήποτε κανόνα ή περιορισμό λόγου ή πράξεων που μπορεί να προσβάλει ή να μειώσει ή να ομαδοποιήσει στερεοτυπικά γυναίκες, γηγενείς Αμερικανούς («ινδιάνους»), εθνικές μειονότητες, ανάπηρους, ομοφυλόφιλους κλπ. Γενικότερα, οποιαδήποτε συμπεριφορά είναι ή εκλαμβάνεται ως απαξιωτική για πραγματικές ή πολιτικά οριζόμενες μειονότητες (ή «μειονότητες»).

Η «πολιτική ορθότητα» αποτελεί κόκκινο πανί για την αμερικανική συντηρητική δεξιά εδώ και περίπου 40 χρόνια. Αν και δεν είναι κεντρικό θέμα στην αντιπαράθεση κάθε εκλογικού κύκλου μετά το 1984, είναι πάντα βασικό συστατικό της πραγματικής σύγκρουσης που μαίνεται στη χώρα, ουσιαστικά από το 1965: των λεγόμενων «πολιτιστικών πολέμων» (culture wars).

Δηλαδή, της σύγκρουσης μεταξύ της Αμερικής που θέλει μια κοινωνία που να μοιάζει περισσότερο με την Ευρώπη όσον αφορά στην οικονομική και κοινωνική πολιτική, χωρίς να χάσει τον ιδιότυπο αμερικανικό χαρακτήρα και δυναμισμό της, και, από την άλλη, της Αμερικής που θα ήθελε να επιστρέψει στη δεκαετία του ’50: μια εποχή που η χώρα ήταν μόνο λευκή και μαύρη, χωρίς καφέ και κίτρινους Αμερικανούς, χωρίς μουσουλμάνους, ινδουιστές κλπ., που οι μαύροι ήξεραν τη θέση τους στην κοινωνία και δεν μπορούσαν να ψηφίσουν, και οι γυναίκες περνούσαν τη μέρα τους στην κουζίνα φορώντας τακούνια, πέρλες και έξωμα φορέματα ψήνοντας κουλουράκια...

«Πολιτική ορθότητα» δεν είναι η απαγόρευση της σεξουαλικής παρενόχλησης. Η σεξουαλική παρενόχληση στις ΗΠΑ διώκεται ποινικά σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 7 του Νόμου περί Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1964.

Πολιτική ορθότητα σημαίνει ότι δεν μπορείς να λες «αράπης» (nigger) ή να αποκαλείς τις γυναίκες που δεν γνωρίζεις «μωρό», «κούκλα» ή «γλύκα» (babe, doll, honey). Να αποκαλείς τους γηγενείς Αμερικανούς «ερυθρόδερμους» ή «αρχηγέ» (redskins, chief). Να εκφράζεις στερεότυπα, όπως, π.χ., την άποψη ότι όλα τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά («όλοι οι λευκοί είναι ρατσιστές», «όλοι οι μαύροι τρώνε τηγανητό κοτόπουλο και καρπούζι», «όλοι οι Εβραίοι είναι γιατροί και δικηγόροι»).

Περί αυτού πρόκειται. Δηλαδή, για την απαίτηση των μειονοτήτων η επί αιώνες κυρίαρχη κοινωνική ομάδα να συμπεριφέρεται απέναντί τους με τον ίδιο σεβασμό και τακτ που δείχνει (η κυρίαρχη κοινωνική ομάδα: οι λευκοί άντρες) στις σχέσεις και επαφές μεταξύ των μελών της. Να σταματήσουν οι απαξιωτικές αναφορές, οι μειωτικές προσφωνήσεις και η ταξινόμηση με βάση στερεότυπα.

Γιατί όλη αυτή η φασαρία;
Γιατί οι λέξεις και τα ονόματα έχουν συνέπειες.

Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να ονομάζουμε πράγματα επηρεάζουν το πώς αισθανόμαστε γι’ αυτά και το πώς συμπεριφερόμαστε1. Επηρεάζουν, επίσης, το πώς κατατάσσονται άνθρωποι και πράγματα στην κοινωνία. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι λευκοί Αμερικανοί που ζούσαν στις νότιες πολιτείες αποκαλούσαν τους μαύρους συμπολίτες τους, ανεξαρτήτως ηλικίας και επαγγέλματος, «παιδί» (boy):

«Come here, boy», «What was that you said, boy?»

Με τον τρόπο αυτό τους μείωναν, τους πρόσβαλλαν σε μόνιμη βάση και τους υποδείκνυαν την κατώτερη κοινωνική τους θέση.

Ο ύμνος του κινήματος για τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα των μαύρων Αμερικανών τη δεκαετία του ’60, το τραγούδι «Blowin’ in the Wind» του Μπομπ Ντίλαν, στους πρώτους δύο στίχους του αναφέρεται σε αυτή ακριβώς την άρρωστη πραγματικότητα της τότε Αμερικής:

«Πόσους δρόμους πρέπει να διασχίσει ένας άντρας πριν τον πεις “άντρα”; [...]
Η απάντηση, φίλε μου, πετάει στον άνεμο».

Δηλαδή, κανείς δεν ξέρει την απάντηση.

Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να ονομάζουμε πράγματα επηρεάζουν το πώς αισθανόμαστε γι’ αυτά και το πώς συμπεριφερόμαστε. Επηρεάζουν, επίσης, το πώς κατατάσσονται άνθρωποι και πράγματα στην κοινωνία.

Στη δεκαετία του ’60 οι μαύροι Αμερικανοί απαίτησαν να σταματήσουν να τους αποκαλούν «νέγρους» (negroes), όπως ήταν η επίσημη περιγραφή τους μέχρι τότε, και να τους αποκαλούν «μαύρους».  Ήταν η εποχή της «μαύρης ισχύος» (black power) και του συνθήματος της χειραφέτησης Black is Beautiful.

Στη δεκαετία του ’80 η περιγραφή άλλαξε σε «Αφροαμερικανούς» (African Americans) γιατί θεωρήθηκε ότι αφού οι ευρωπαϊκής ή ασιατικής καταγωγής Αμερικανοί χαρακτηρίζονται με τη χώρα προέλευσης τους ή των προγόνων τους (Ελληνοαμερικανοί, Ιταλοαμερικανοί, Γερμανοαμερικανοί, κλπ.) το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και για τους μαύρους Αμερικανούς, για να αποκτήσουν ισότιμη θέση στη συνείδηση της κοινωνίας. Τα ονόματα έχουν συνέπειες.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη/συμβαίνει με τις γυναίκες. Μέχρι πριν από 40 χρόνια, οι προϊστάμενοι ή εργοδότες γυναικών χρησιμοποιούσαν λέξεις όπως «κούκλα» (doll), «μωρό» (baby), «γλύκα» (honey) για να απευθυνθούν στις γυναίκες εργαζόμενές τους, ανεξάρτητα της θέσης τους, των διαπιστευτηρίων τους ή της ηλικίας τους.  Ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν παρόμοια αρσενικά ουσιαστικά για να απευθυνθούν σε άντρες υφιστάμενους τους – αυτούς τους αποκαλούσαν με το όνομά τους. 

Κάποια στιγμή, προ 40 ετών, οι γυναίκες επαναστάτησαν:

«Δεν μπορείς πια να μου τσιμπάς τον πισινό, να με λες “γλύκα” και να με καλείς για ποτό στο δωμάτιο του ξενοδοχείου σου ενώ είσαι παντρεμένος και, το σημαντικότερο, προϊστάμενός μου, δηλαδή η επαγγελματική ανέλιξη μου και οι αποδοχές μου εξαρτώνται από εσένα. Αρκετά! Γιατί έχω το δικαίωμα της ψήφου και θα αρχίσω να ψηφίζω όσους μου υπόσχονται ότι θα βάλουν τέλος σε αυτή την αυθαιρεσία και τον επαγγελματικό εφιάλτη».

Η έναρξη της «επανάστασης» αυτής ίσως να ήταν η ταινία ορόσημο «9 με 5» (9 to 5), του 1980, στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι Τζέιν Φόντα, Λίλυ Τόμλιν και Ντόλι Πάρτον. Εάν δεν την έχετε δει, κάντε τον κόπο.

Η νέα αυτή πραγματικότητα, όπως ήταν φυσικό, ενόχλησε και εξόργισε. Κατ’ αρχάς, πολλούς από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή τους λευκούς άνδρες που αναγκάσθηκαν να αλλάξουν και δεν μπορούσαν πλέον να συμπεριφέρονται στους χώρους εργασίας σαν να είναι στα αποδυτήρια του γυμναστηρίου με τους φίλους τους. 

Ακόμη περισσότερο, όμως, ενόχλησε την αμερικανική δεξιά, γιατί ερμηνεύθηκε ως απόπειρα της αριστεράς και των νεοφερμένων μεταναστών να κυριαρχήσουν πολιτιστικά στη χώρα, την οποία οι λευκοί ψηφοφόροι του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος θεωρούσαν (και θεωρούν) αποκλειστικά δικιά τους.

Η «πολιτική ορθότητα» προστέθηκε στην ολοένα επιμηκυνόμενη λίστα παραπόνων, ενοχλήσεων και οργής που συσσωρεύει η δεξιά στις ΗΠΑ εδώ και σχεδόν 60 χρόνια

Η «πολιτική ορθότητα» προστέθηκε στην ολοένα επιμηκυνόμενη λίστα παραπόνων, ενοχλήσεων και οργής που συσσωρεύει η δεξιά στις ΗΠΑ εδώ και σχεδόν 60 χρόνια: προστασία του δικαιώματος των αμβλώσεων, απαγόρευση των διακρίσεων στην αγορά ακινήτων, υποχρέωση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να μην κάνουν διακρίσεις με βάση τη φυλή και το φύλο, ίσα δικαιώματα για τους ομοφυλόφιλους και νομιμοποίηση των γάμων ομοφυλόφιλων, άνοιγμα των συνόρων της χώρας με τον μεταναστευτικό νόμο του 1965 και εισροή δεκάδων εκατομμυρίων νόμιμων και παράνομων μεταναστών από μη λευκές χώρες, κλπ.

Η υποχρέωση να έχουν καλούς τρόπους απέναντι σε ανθρώπους και ομάδες που μέχρι τότε αντιμετώπιζαν σαν ανήλικους υπηρέτες στην Αλαμπάμα του 1955 εξόργισε εκατομμύρια Αμερικανούς, άνδρες και γυναίκες. «Αυτή δεν είναι η Αμερική στην οποία μεγάλωσα», έχω ακούσει με τα ίδια μου τα αυτιά να μου λένε γνωστοί μου λευκοί Αμερικανοί. Η Αμερική στην οποία μεγάλωσαν, φυσικά, ήταν 85% λευκή, η μισή χώρα ήταν σε καθεστώς απαρτχάιντ και τα δικηγορικά γραφεία του Μανχάταν δεν πρόσφεραν εργασία σε γυναίκες αριστούχους αποφοίτους της νομικής σχολής του Harvard και του Columbia (δείτε παρακάτω).

Photo by Clay Banks, Unsplash

Μια παρένθεση: το πολιτικό φάσμα των ΗΠΑ

Όσοι δεν γνωρίζουν την Αμερική δεν καταλαβαίνουν ότι το πολιτικό φάσμα εκεί δεν εκτείνεται από τα αριστερά στα δεξιά, όπως στον υπόλοιπο κόσμο. Το Δημοκρατικό Κόμμα δεν είναι αριστερό, ή έστω κεντροαριστερό, κόμμα. Και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν είναι κεντροδεξιό ή καθαρόαιμο δεξιό κόμμα, τουλάχιστον όπως εννοούμε αυτούς τους όρους στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο.

Αποτελεί μόνιμη πηγή ψυχαγωγίας να παρακολουθώ πολιτικούς, δημοσιογράφους και σχολιαστές στην Ελλάδα να τοποθετούν τους εαυτούς τους ιδεολογικά στο πολιτικό φάσμα των ΗΠΑ με βάση τα ισχύοντα στην Ελλάδα. Σου λέει, στην Ελλάδα έχουμε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, όπως έχουν στη Γερμανία Σοσιαλδημοκρατία και Χριστιανοδημοκρατία, στη Βρετανία Εργατικούς και Τόρις, κ.ο.κ. Άρα, στην Αμερική, εγώ που ψηφίζω ΝΔ στην Ελλάδα, θα ψήφιζα Ρεπουμπλικανούς, ενώ εγώ που ψηφίζω ΠΑΣΟΚ ή Σύριζα, θα ψήφιζα Δημοκρατικούς.

Όμως, το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ, πολιτικά και ιδεολογικά, βρίσκεται λίγο δεξιότερα από τη ΝΔ και από τα κόμματα που απαρτίζουν το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Οι πολιτικές που υιοθετούν και υποστηρίζουν τα κεντροαριστερά κόμματα της Ευρώπης όχι μόνο δεν υπάρχουν σήμερα στην πλατφόρμα του Δημοκρατικού Κόμματος αλλά δεν υπήρξαν ποτέ: ούτε στα ριζοσπαστικά 60s.

Ένα πρόσφατο παράδειγμα: η βουλευτής της Νέας Υόρκης Alexandria Ocasio Cortez(AOC), από το 2018 έχει αντικαταστήσει τη Νάνσυ Πελόζι ως Νο 1 στόχο της ακροδεξιάς πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και χαρακτηρίζεται ως «παλαβή ριζοσπαστική μαρξίστρια» που θέλει να καταστρέψει την Αμερική. Ποια ακριβώς είναι η «ακροαριστερή» πολιτική πλατφόρμα της AOC;  Απολαύστε: δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους τους Αμερικανούς, δωρεάν δημόσια ανώτατη παιδεία και μετάβαση της οικονομίας σε χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. 

Εάν τα παραπάνω σας θυμίζουν την πολιτική πλατφόρμα της γερμανικής χριστιανοδημοκρατίας ή του Μακρόν στη Γαλλία ή του «ακροδεξιού» ελληνικού «καθεστώτος Μητσοτάκη» δεν έχετε παραισθήσεις. Είναι ακριβώς αυτό. Η πιο «αριστερή» βουλευτής της Βουλής των Αντιπροσώπων πολιτεύεται με ένα πρόγραμμα που είναι ακριβής αντιγραφή των προγραμμάτων της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς.

Και πώς προτείνει η AOC να χρηματοδοτηθεί το πρόγραμμα αυτό; Με φορολόγηση των «βρώμικων» καυσίμων και φορολόγηση του ανώτατου 1% των εισοδημάτων που σήμερα πληρώνουν ελάχιστους φόρους, εκμεταλλευόμενοι «παραθυράκια» στη φορολογική νομοθεσία που έχουν ψηφίσει οι πολιτικοί που εισπράττουν προεκλογικές δωρεές σε μετρητά από τους εκατομμυριούχους και δισεκατομμυριούχους που θέλει να φορολογήσει η AOC...

Αυτά όσον αφορά στους Δημοκρατικούς.

Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, τώρα, είναι ένας συνασπισμός που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ένα μέρος Ιερά Εξέταση, ένα μέρος Κου Κλουξ Κλαν, και ένα μέρος Βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα του 19ου αιώνα.

Όλη η Ευαγγελική δεξιά, που εκκλησιάζεται στις τηλεοπτικές «μεγα-εκκλησίες» των νότιων πολιτειών και κατάφερε το περασμένο καλοκαίρι να ακυρώσει το δικαίωμα των Αμερικανίδων στις αμβλώσεις, ανήκει στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Όπως και οι φανατικοί υποστηρικτές της οπλοκατοχής, που ανεμίζουν σημαίες της Συνομοσπονδίας των νότιων πολιτειών που πολέμησαν για τη διατήρηση της δουλείας των μαύρων στον εμφύλιο πόλεμο του 1861-65. Όσον αφορά, δε, στην κοινωνική και οικονομική πολιτική του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, την περιγράφει ο Άντονι Χόπκινς στο Howards End: «Έλεν, μην έχεις συναισθηματικό δέσιμο με τους φτωχούς. Οι φτωχοί είναι φτωχοί, λυπούμαστε για την κατάστασή τους, αλλά μέχρι εκεί».

Όταν, λοιπόν, ακούει κάποιος τους Ρεπουμπλικανούς πολιτικούς ή ψηφοφόρους να καταφέρονται εναντίον όσων πρεσβεύουν ευγένεια, καλούς τρόπους και σεβασμό στην καθημερινή συμπεριφορά των πολιτών, ειδικά στους χώρους εργασίας, και να τους χαρακτηρίζουν ως «ριζοσπάστες αριστερούς», καλό είναι να έχει τα παραπάνω πρόχειρα και να γνωρίζει ποιος μιλάει, τι λέει και γιατί.

«Το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Δεν είναι καν παρελθόν».

Η «πολιτική ορθότητα», το κίνημα Me Too, το κίνημα Woke είναι όλα εκφάνσεις του ίδιου φαινομένου: της απαίτησης των μειονοτήτων και των Αμερικανίδων για μέρος της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ισχύος που μέχρι πρόσφατα απολάμβανε αποκλειστικά και σχεδόν αδιαμαρτύρητα μόνο ένα μέρος του πληθυσμού: οι λευκοί προτεστάντες άνδρες.

Υπάρχει συσσωρευμένη οργή αιώνων που είναι δύσκολο να την κατανοήσουμε στην Ελλάδα. «Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι». Απ’ τη μια μεριά, μια κοινωνία που ηθικολογεί ακατάπαυστα από τον 17ο αιώνα και, μέχρι τη δεκαετία του ’60, επέβαλε άγραφους κοινωνικούς κανόνες που συμβάδιζαν με ό,τι πιο συντηρητικό και αντιδραστικό υπήρχε στις ακραίες παρυφές των χριστιανικών αιρέσεων. 

Και από την άλλη, η στεγνή πραγματικότητα μιας χώρας που εφάρμοζε απαρτχάιντ μέχρι το 1965, άφηνε ατιμώρητους όσους δολοφονούσαν, σε δημόσια θέα, μαύρους συμπολίτες τους που εθεωρούντο «ασεβείς» ή «ότι πήραν τα μυαλά τους αέρα», που εφάρμοζε άτυπο εμπάργκο προσλήψεων ή εμπορικών συναλλαγών σε γυναίκες, Εβραίους, καθολικούς, κλπ., και, γενικά, περιόριζε τις ευκαιρίες προόδου για όσους δεν γεννήθηκαν λευκοί άντρες ενώ επεδείκνυε ανεκτικότητα και αλληλεγγύη για την παραβατικότητά τους – με λίγα λόγια, το περίφημο «λευκό προνόμιο» (white privilege).

Τα παραδείγματα αυτών των ανισοτήτων και των διακρίσεων είναι αμέτρητα.

Το 1959, η Ruth Bader Ginsburg αποφοίτησε με την υψηλότερη βαθμολογία του έτους της από τη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Columbia. Είχε ξεκινήσει τις σπουδές της στη νομική σχολή του Harvard αλλά μετεγγράφηκε στο Columbia όταν ο σύζυγός της βρήκε δουλειά στη Νέα Υόρκη και έπρεπε να μετακομίσουν. Τον πρώτο χρόνο των σπουδών της στο Harvard, ο κοσμήτορας της νομικής σχολής κάλεσε τους πρωτοετείς φοιτητές στο σπίτι του για δείπνο και ρώτησε, μπροστά σε όλους, τις 9 γυναίκες που είχαν γίνει δεκτές εκείνη τη χρονιά να σπουδάσουν νομικά στο Harvard εάν «αισθάνονται άσχημα που στέρησαν τις σπουδές στο Harvard σε 9 άνδρες υποψήφιους».

Η Ruth Bader Ginsburg, που ήταν η αριστούχος του έτους της από την καλύτερη νομική σχολή της Νέας Υόρκης, δεν έλαβε καμμιά προσφορά εργασίας από δικηγορικό γραφείο του Μανχάταν μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της. Καμία. Αναγκάσθηκε να γίνει καθηγήτρια νομικής σε πανεπιστήμιο του New Jersey για να εργασθεί. 

Δεκατρία χρόνια μετά, άρχισε να κερδίζει υποθέσεις προ του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ με τις οποίες καταργήθηκαν οι διακρίσεις που ίσχυαν μέχρι τότε εναντίον των γυναικών σχεδόν σε κάθε έκφανση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής τους. Για παράδειγμα, απαγορεύθηκε στις τράπεζες να απαιτούν να συνυπογράφει ο σύζυγος ή ο πατέρας μιας γυναίκας που κάνει αίτηση για δάνειο ή πιστωτική κάρτα, παρ’ όλο που η ίδια είχε επαρκές εισόδημα από μισθωτή εργασία.  Αυτό, αρχές της δεκαετίας του 1970...

Το 1993, τριάντα τέσσερα χρόνια από την απόρριψή της από το δικηγορικό επάγγελμα, προτάθηκε για δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ από τον Μπιλ Κλίντον και η Γερουσία επικύρωσε το διορισμό της με ψήφους 96 υπέρ και 3 κατά.

Άλλη τρανταχτή περίπτωση:

Επί 45 χρόνια, ο Roger Ailes ήταν ο πιο επιτυχημένος σύμβουλος επικοινωνίας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Σχεδίασε τις νικηφόρες προεκλογικές εκστρατείες του Ρίτσαρντ Νίξον το 1968 και του Ρόναλντ Ρέιγκαν το 1980. Το 1988 δημιούργησε την περίφημη διαφήμιση που κατηγορούσε τον Μάικ Δουκάκη ότι έχει ευθύνη για τον βιασμό και τις δολοφονίες που διέπραξε ο κατάδικος μαύρος Αμερικανός Γουίλι Χόρτον, σε μία άδεια που είχε πάρει από τη φυλακή. Η διαφήμιση αυτή, που είχε στόχο τη «βαθιά Αμερική», παίχτηκε μόνο μια φορά και θεωρείται ότι ήταν αποφασιστική για τη νίκη του Τζωρτζ Μπους πατέρα στις προεδρικές εκλογές. 

Το 1996, ο Ailes ανέλαβε τη διεύθυνση του καλωδιακού ειδησεογραφικού δικτύου Fox News και το μετέτρεψε σε κομματικό όργανο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και της αμερικανικής ακροδεξιάς. Με αποκορύφωμα την εκλογή του Donalnd Trump το 2016, για την οποία το Fox News ήταν, επί της ουσίας, ο κύριος σύμβουλος επικοινωνίας.

Ο άνθρωπος αυτός, που έχτισε την καριέρα του κατηγορώντας τους Δημοκρατικούς πολιτικούς αντιπάλους των πελατών του για ανηθικότητα, αντιαμερικανική συμπεριφορά και συμπάθεια προς εγκληματίες, αποκαλύφθηκε το 2017 ότι, για δεκαετίες, παρενοχλούσε σεξουαλικά τις γυναίκες υφισταμένους του και τους πρόσφερε καριέρες με αντάλλαγμα σεξουαλικές σχέσεις. Οι λεπτομέρειες των εγκλημάτων του είναι τόσο αηδιαστικές που ανήκουν στη σφαίρα του γκροτέσκου σαδομαζοχιστικού πορνό. 

Δεν ήταν ο μόνος από τη βιομηχανία του θεάματος και των μαζικών μέσων.

Το Χόλιγουντ προσπαθεί ακόμα να συνέλθει από το σκάνδαλο του Harvey Weinstein, του ιδρυτή και επικεφαλής της Miramax, που «έχτιζε» καριέρες στη βιομηχανία του θεάματος σε αντάλλαγμα για σεξ και κατέστρεφε καριέρες σε όσες νεαρές ηθοποιούς δεν υπέκυπταν στις ορέξεις του. 

Δεν ήταν ο πρώτος ή ο μόνος. Από την πρώτη μέρα δημιουργίας του, το Χόλιγουντ ήταν ο χώρος όπου μεσήλικοι, πλούσιοι άνδρες είχαν τη δύναμη να προσφέρουν ή να αρνηθούν λαμπερές καριέρες σε φιλόδοξες, όμορφες νεαρές γυναίκες που έφταναν –και ακόμη φτάνουν– στη νότια Καλιφόρνια από όλη την Αμερική και τον κόσμο με όνειρο να γίνουν σταρ.

Το αντάλλαγμα ήταν πάντα το σεξ. Γιατί η σχέση είχε να κάνει με το ποιος έχει την ισχύ (οι επικεφαλής των στούντιο, οι παραγωγοί, οι σκηνοθέτες) και τι μπορεί να προσφέρει αυτή που δεν έχει την ισχύ, για να αποκτήσει φήμη και χρήματα (την ομορφιά της και σεξ).

Οι αποκαλύψεις για τα εγκλήματα των Ailes και Weinstein έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα, το 2017. Tη χρονιά που ανέλαβε την προεδρία της χώρας ο Donalnd Trump, με 3 εκατομμύρια ψήφους λιγότερους από τη Χίλαρι Κλίντον, εν μέσω κατηγοριών ότι η προεκλογική του εκστρατεία ωφελήθηκε από την παρέμβαση των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. 

Σημειώστε ότι την ημέρα της ορκωμοσίας του Τραμπ, στις 20 Ιανουαρίου 2017, η Ουάσιγκτον είχε κατακλυσθεί από γυναίκες, ντυμένες στα ροζ, που διαμαρτύρονταν –δικαιολογημένα, όπως αποδείχθηκε– για την άνοδο στην εξουσία κάποιου που χαρακτήριζε «αηδιαστικά γουρούνια» όσες γυναίκες του αντιμιλούσαν και ηχογραφήθηκε, εν αγνοία του, να λέει ότι «όταν είσαι διάσημος οι γυναίκες σε αφήνουν να τους κάνεις ό,τι θέλεις, να τους πιάνεις το (αιδοίο)».

Το μίγμα ήταν εκρηκτικό. Στον Λευκό Οίκο κατοικούσε τώρα ένας δηλωμένος παρενοχλητής και υβριστής γυναικών, ενώ στους πρώτους μήνες της θητείας του αποκαλύφθηκαν ως σεξουαλικοί εγκληματίες δύο τιτάνες της βιομηχανίας της ενημέρωσης και του θεάματος, ένας εκ των οποίων (ο Ailes) φίλος και σύμβουλος του Τραμπ που τον βοήθησε ενεργά να εκλεγεί.

George Floyd Memorial Artwork, Photo by Jéan Béller on Unsplash

Τον Μάιο του 2020, στη Μινεάπολη της πολιτείας Μινεσότα, ένας λευκός αστυνομικός πέταξε στην άσφαλτο έναν μαύρο πολίτη που συνελήφθη για υποψία χρήσης πλαστού χαρτονομίσματος. Ο λευκός αστυνομικός έβαλε το γόνατο του στον λαιμό του υπόπτου και τον πίεζε για 9 λεπτά και 29 δευτερόλεπτα. Ο George Floyd του έλεγε «δεν μπορώ να αναπνεύσω, δεν μπορώ να αναπνεύσω». Στα τελευταία δύο λεπτά της ζωής του προσπαθούσε να αναπνεύσει και έλεγε «μαμά, μαμά, βοήθεια»...

Όλο αυτό το φρικιαστικό, κτηνώδες σόου το κινηματογραφούσαν με τα τηλέφωνα τους δεκάδες περαστικοί που φώναζαν στον αστυνομικό να αφήσει τον άνθρωπο να αναπνεύσει. Αυτός τους αγνοούσε και δεν ανησυχούσε για το γεγονός ότι τον κινηματογραφούσαν, δηλαδή η συμπεριφορά του καταγραφόταν. Γιατί; Γιατί η αστυνομική βία στις ΗΠΑ προστατεύεται από τον νόμο, ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου: εάν ο αστυνομικός «αισθανθεί ότι απειλείται η ζωή του» δικαιούται να κάνει χρήση θανάσιμης βίας.

Η χώρα εξερράγη. Με αφορμή τη δολοφονία του George Floyd σημειώθηκαν οι πιο μαζικές διαδηλώσεις στην ιστορία των ΗΠΑ. Πιο μαζικές και από τις διαδηλώσεις και εκδηλώσεις της δεκαετίας του ’60 υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων και εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ.

Αυτή ήταν η στιγμή που αναδύθηκε το κίνημα Woke («επαγρύπνησης» για την προστασία της ζωής των μαύρων Αμερικανών) και ενώθηκε με το κίνημα Me Too (για την προστασία των γυναικών από σεξουαλική κακοποίηση στο χώρο εργασίας) στην προεκλογική εκστρατεία εναντίον του Τραμπ και ό,τι αντιπροσώπευε.

Η «πολιτική ορθότητα» ήταν η πρώτη έκφανση της απαίτησης των γυναικών και των μειονοτήτων για μοιρασιά της ισχύος στην αμερικανική κοινωνία

Η «πολιτική ορθότητα», λοιπόν, δεν έχει σχέση με ό,τι επακολούθησε. Ήταν η πρώτη έκφανση της απαίτησης των γυναικών και των μειονοτήτων για μοιρασιά της ισχύος στην αμερικανική κοινωνία, όμως αφορούσε στην ευγενική συμπεριφορά (civility) και στον σεβασμό στις διαπροσωπικές σχέσεις, όχι στη θυματοποίηση των λευκών ανδρών και τον εξοστρακισμό τους στο πυρ το εξώτερο. Το να υποστηρίζει κανείς κάτι τέτοιο σημαίνει είτε ότι δεν ξέρει τι λέει ή ότι θέλει να έχει το δικαίωμα να τσιμπάει ατιμωρητί γυναικείους πισινούς σε ασανσέρ κι λεωφορεία.

Τα 80s και το σήμερα στα δικά μας

Πέρασα 10 χρόνια, τα 6,5 ως μεταπτυχιακός φοιτητής, σε 3 αμερικανικά πανεπιστήμια: στα περίχωρα της Ουάσιγκτον, στο κεντρικό Ιλινόι και στο κέντρο του Λος Άντζελες, από το 1986 έως το 1996. 

Εάν διάβαζε κανείς τότε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης θα νόμιζε ότι ζούσα στο επίκεντρο μιας λυσσασμένης μάχης μέχρις εσχάτων μεταξύ, από τη μια μεριά, «αντιδραστικών» πανεπιστημιακών διοικήσεων που αποτελούνται από λευκούς Αγγλοσάξονες υπερασπιστές των οσίων και ιερών της λευκής φυλής, και, από την άλλη, υστερικών φεμινιστριών και ακροαριστερών μαύρων εξτρεμιστών, παράλογων ιθαγενών και κάθε λογής πικραμένου που δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει από του να διαβάλλει και να καταστρέφει τις καριέρες σεβάσμιων επιστημόνων για ψύλλου πήδημα.

Στην πραγματικότητα, τίποτε τέτοιο δεν συνέβαινε. Ούτε πόλεμοι, ούτε διαμαρτυρίες, ούτε απολύσεις, ούτε τρόμος πάνω από τα campuses.  Το φάντασμα της πολιτικής ορθότητας δεν πλανιόταν πάνω από τα αμερικανικά πανεπιστήμια. Εδώ κι εκεί, μια δυο φορές το χρόνο, σε 1-2 από τα 2.800 κολέγια και πανεπιστήμια τετραετούς φοίτησης και 1.500 διετή επαγγελματικά κολέγια της Αμερικής, κάποιος καθηγητής έλεγε ή έκανε κάτι που επίσυρε τη μήνιν κάποιου φοιτητή ή κάποιας φοιτήτριας (σχεδόν πάντα σε τμήμα αγγλικής φιλολογίας, κοινωνιολογίας ή φιλοσοφίας), και ο «παραβάτης» υπόκειτο σε συνέπειες – από παρατήρηση μέχρι απόλυση από τη θέση του.

Κυριολεκτικά, αυτό ήταν το «κύμα πολιτικής ορθότητας» που «σάρωσε» την Αμερική από το 1980 έως το 2.000. Κολοκύθια με τη ρίγανη, δηλαδή.  Μια χολιγουντιανή παραγωγή του έργου «Κάνουμε την τρίχα τριχιά».

Στην Ελλάδα είναι δύσκολο να φανταστούμε όλο αυτό το κλίμα γιατί, η γυναίκα, πάντα, στην ελληνική κοινωνία είχε θέση ισχύος και κύρους που δεν είχαν γυναίκες σε άλλες φυλές και κοινωνίες. 

Στην Ελλάδα είναι δύσκολο να φανταστούμε όλο αυτό το κλίμα γιατί, παρ’ όλο που θεωρούμε ότι είμαστε μια κοινωνία σε σχετική καθυστέρηση σε σύγκριση με τους δυτικούς εταίρους μας, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Η γυναίκα, πάντα, στην ελληνική κοινωνία είχε θέση ισχύος και κύρους που δεν είχαν γυναίκες σε άλλες φυλές και κοινωνίες. 

Από την Ασπασία, που συνομιλούσε με τους φιλόσοφους, τους διανοούμενους και τους πολιτικούς που σύχναζαν στο σπίτι του Περικλή, μέχρι την Υπατία, τη Θεοδώρα, την Άννα Κομνηνή κλπ., οι Ελληνίδες όχι μόνο κυβερνούσαν τα σπίτια τους με πυγμή αλλά διεκδικούσαν θέσεις ισχύος στις κοινωνίες της εποχής τους. 

Δεν νομίζω να υπάρχει άλλο παράδειγμα λαού που οι γυναίκες αρματώθηκαν και πολέμησαν ισότιμα με τους άντρες στους αγώνες ανεξαρτησίας τους. Απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει αντίστοιχο της Μπουμπουλίνας και της Μαντώς Μαυρογένους σε κανέναν άλλο πολιτισμό.

Επίσης, επειδή η Ελλάδα, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της Δύσης δεν συσσώρευσε τον πλούτο της εκμεταλλευόμενη τη δωρεάν εργασία μη Ευρωπαίων (σκλάβων ή ιθαγενών κατοίκων ευρωπαϊκών αποικιών στην Ασία, την Αφρική και την Αμερική) δεν έχουμε την εμπειρία της συστηματικής εκμετάλλευσης ανθρώπων που δεν μας μοιάζουν και την αντίδραση τους, στα τέλη του 20ού και αρχές του 21ου αιώνα, στη συνέχιση μειωτικής συμπεριφοράς μας απέναντί τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε τελείως απαλλαγμένοι από προσβλητικές συμπεριφορές απέναντι σε διαφορετικούς συμπολίτες μας, δηλαδή σε όσους δεν είναι λευκοί Χριστιανοί ορθόδοξοι. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια γίνεται μια συστηματική προσπάθεια να εκλείψει η προσφώνηση «γύφτος» και να αντικατασταθεί από το «Ρομά». Επίσης, δυστυχώς, πάρα πολλοί συμπατριώτες μας έχουν λανθασμένα στερεότυπα σχετικά με τους Εβραίους –Έλληνες ή ξένους– από άγνοια ή λόγω της σχετικής αντίληψης που επικρατεί σε μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας μας. 

Όμως, ευτυχώς, αν και οι συμπεριφορές αυτές σίγουρα πληγώνουν, στη συντριπτική πλειονότητά τους δεν φαίνονται να αποτελούν συστηματική τροχοπέδη για την ανάπτυξη και την συμβίωση αυτών των κοινωνικών ομάδων μαζί μας. Και αυτό είναι μια μεγάλη κατάκτηση της ελληνικής κοινωνίας που έχει σφυρηλατήσει τη συνοχή της και την έχει βοηθήσει να αντιμετωπίσει επιτυχημένα καταιγίδες όπως η χρεωκοπία του 2009 και η επιδημία του κορωνοϊού.

Ας διαφυλάξουμε ό,τι έχουμε κερδίσει με κόπο και ας χρησιμοποιήσουμε τις περιπέτειες της Αμερικής ως προειδοποίηση και όχι ως μπούσουλα για να αναδείξουμε «προβλήματα» που δεν έχουμε.  Η «πολιτική ορθότητα» στη δική μας κοινωνία ας είναι να αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλο με σεβασμό και με τη συνείδηση ότι κάθε μέρα που ξυπνάμε ό,τι λέμε και ό,τι κάνουμε θα αντηχεί στο μέλλον της κοινής μας πατρίδας. Θέλουμε αυτό το μέλλον να είναι μια εποχή έντασης και σύγκρουσης ή μια εποχή ειρήνης και δημιουργίας; Μόνο από μας εξαρτάται αυτό και από την καθημερινή συμπεριφορά μας απέναντι στους συμπολίτες μας.